«Εάλω η Πόλις», 29 Μαΐου 1453

Από τη Δρα Δέσποινα Αφεντούλη*
 
Για τον Ελληνισμό, η 29η Μαΐου 1453 συνδέεται με την οδυνηρή μνήμη της πτώσης της Πόλεως και τη σηματοδότηση της αρχής της σκλαβιάς.
 
Η πτώση της Πόλης θρηνήθηκε όσο καμμιά άλλη πτώση πόλεως παγκοσμίως και αυτό, διότι δεν επέφερε ιστορικές επιπτώσεις μόνο στον Ελληνισμό.
 
Η Κωνσταντινούπολη μετέδωσε το χριστιανισμό στην Ευρώπη, διαφύλαξε και μεταλαμπάδευσε στον τότε γνωστό κόσμο τις γνώσεις των αρχαίων φιλοσόφων.
 
Οι Οθωμανοί κατέκτησαν τη Μικρά Ασία μόλις το 1071, ενώ η ιστορία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης και ευρύτερα, της Μικράς Ασίας ξεκινάει από τα αρχαία χρόνια.
 
Για δώδεκα αιώνες, η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ταυτίστηκε με την ορθόδοξη χριστιανική πίστη, την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό.
 
Ήταν μια κοινοπολιτεία πολλών λαών και η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν Ελληνορθόδοξοι χριστιανοί.
 
Οι λόγοι που οδήγησαν στην άλωση ήταν οικονομικοί, πολιτικοί, στρατιωτικοί, θρησκευτικοί,  κοινωνικοί. Επίσης, συνετέλεσαν η αστάθεια, οι επιδρομές, οι εσωτερικές συγκρούσεις, η πνευματική κατάπτωση και η δημογραφική αλλαγή λόγω της μετανάστευσης.
 
Ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η αντίστροφη μέτρηση για το Βυζάντιο ωστόσο, ξεκίνησε από το 1204 με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους σταυροφόρους, με οριστική κατάληξη την άλωση της πόλης από τους Οθωμανούς το 1453.
 
Ο περιορισμένος αριθμός των πολιορκημένων με τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Εντέκατο Παλαιολόγο, αγωνίστηκαν ηρωικά υπέρ πίστεως και πατρίδος, έναντι των πολυάριθμων οθωμανών με τον σουλτάνο Μωάμεθ τον Δεύτερο.
 
Μετά την άλωση, η Πόλη ερημώθηκε, λεηλατήθηκε.
 
Η επιβίωση του Γένους των Ελλήνων ταυτίστηκε με τη συνέχιση των παραδόσεων τού, με κύριο στήριγμα την Ορθόδοξη Εκκλησία.
 
Οι συνθήκες επιβίωσης ήταν εξαιρετικά αντίξοες, δεδομένου ο Ελληνισμός ήρθε αντιμέτωπος – μεταξύ άλλων – με  τον κεφαλικό φόρο, το παιδομάζωμα και την αβεβαιότητα που επικρατούσε σε καθημερινό επίπεδο λόγω των αυθαιρεσιών του κατακτητή.
 
Οι μνήμες για εκείνους που προσέφυγαν από την Κωνσταντινούπολη στην φραγκοκρατούμενη Κύπρο, αναβίωσαν το 1571, με την οθωμανική κατάκτηση της νήσου.
 
Οι συνέπειες της Άλωσης έγιναν αντιληπτές σύντομα στους υπόλοιπους Ευρωπαίους, καθώς οι οθωμανοί δεν σταμάτησαν στη Βαλκανική, αλλά συνέχισαν, και στην Ευρώπη.
 
Αν και η πτώση των – από αρχαιοτάτων χρόνων – ελληνικών περιοχών, υπό τον οθωμανικό ζυγό, ανέκοψε την αναγέννηση του ελληνικού πολιτισμού και των ελληνικών γραμμάτων πριν προλάβουν να εδραιωθούν στη Δύση, ωστόσο, ο βυζαντινός πολιτισμός διαδόθηκε στη Δύση μέσω των Ελλήνων που κατέφυγαν στα ελληνικά νησιά που βρίσκονταν τότε υπό λατινική κατοχή.
 
Στο πλαίσιο της ανασύστασης της Εκκλησίας, δύο από τα βασικότερα ζητήματα που αντιμετώπισε ο πατριάρχης Γεννάδιος, ήταν ο εξισλαμισμός αρκετών χριστιανών και η έλλειψη κληρικών, καθώς άλλοι είχαν χάσει τη ζωή τους και άλλοι ήταν αιχμάλωτοι. Ο πατριάρχης Γεννάδιος εξαγόρασε την ελευθερία αιχμάλωτων κληρικών.
 
Κατά τον 18ο αιώνα, οι Φαναριώτες αξιωματούχοι της Υψηλής Πύλης (οι δραγουμάνοι), με την ορθόδοξη εκκλησιαστική ηγεσία, είχαν φθάσει στο αποκορύφωμα της δύναμής τους, καθώς ήκμαζαν στον οικονομικό τομέα και διαδραμάτιζαν βαρυσήμαντο ρόλο σε κυβερνητικούς και πνευματικούς κύκλους.
 
Για τον Ελληνισμό, η απευλευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό συνδέεται και με την επιθυμία για πνευματική απελευθέρωση μέσα από τις τέχνες και τα γράμματα.
 
Τέσσερεις αιώνες υπό τον οθωμανικό ζυγό και ο Ελληνισμός όχι απλά επιβίωσε, αλλά άφησε ως παρακαταθήκη – μεταξύ άλλων – την εθνική συνείδηση, την ελληνική γλώσσα και την ελληνορθόδοξη χριστιανική πίστη, κρατώντας άσβεστη τη φλόγα του για την ελευθερία.
 
Το μεγαλύτερο ίσως επίτευγμα του Βυζαντίου είναι το γεγονός ότι εξακολουθεί έως σήμερα να εμπνέει θρησκευτικά τους ανθρώπους σε παγκόσμιο επίπεδο: το Βυζάντιο βιώνεται και ως μυστήριο για τους πιστούς μέσω της λειτουργίας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, με σημείο αναφοράς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.
 
Όσο μαθαίνουμε ολοένα και περισσότερο για την ιστορία μας και τους δεσμούς που έχουμε με τις αλησμόνητες πατρίδες, κατανοούμε καλύτερα την ελληνική μας ταυτότητα και συναισθανόμαστε το βάρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
 
Είναι χρέος μας να προστατεύσουμε την ιστορική μας μνήμη και να τη μεταλαμπαδεύσουμε στις επόμενες γενιές.
 
  • Απόσπασμα ομιλίας που εκφωνήθηκε από τη δημοσιογράφο-κοινωνιολόγο, Δρα Δέσποινα Αφεντούλη, ως κεντρική ομιλήτρια της πολιτιστικής εκδήλωσης μνήμης, που διοργάνωσε η Κοινότητα Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο Τζάκσον Χάιτς της Νέας Υόρκης εντός του Ιερού Ναού της στις 31 Μαΐου 2022.